Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.069.382 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

περιστασιακά

0,06 sec.
περιστασιακά من وقت لآخر
περιστασιακά příležitostně
περιστασιακά lejlighedsvis
περιστασιακά gelegentlich
περιστασιακά occasionally
περιστασιακά de vez en cuando
περιστασιακά silloin tällöin
περιστασιακά occasionnellement
περιστασιακά povremeno
περιστασιακά saltuariamente
περιστασιακά 時折
περιστασιακά 때때로
περιστασιακά af en toe
περιστασιακά nå og da
περιστασιακά od czasu do czasu
περιστασιακά de vez em quando
περιστασιακά случайно
περιστασιακά ibland
περιστασιακά บางครั้งบางคราว
περιστασιακά arada sırada
περιστασιακά đôi khi
περιστασιακά 偶尔


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.