| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.561.758 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περιστασιακός |
0,01 sec. |
|
περιστασιακός مناسبي příležitostný lejlighedsvis gelegentlich occasional esporádico satunnainen occasionnel povremen occasionale 時折の 가끔의 incidenteel sporadisk okazyjny de vez em quando случайный tillfällig ซึ่งเป็นครั้งคราว arasıra thỉnh thoảng 偶尔的 επίθ α / θ / ουδ περιστασιακός, περιστασιακή, περιστασιακό [peristasia'kos, peristasia'ci, peristasia'ko] ευκαιριακός, όχι μόνιμος occasionnel/-elle περιστασιακά έσοδα des revenus occasionnels Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|