| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.772.716 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περιστατικό |
0,01 sec. |
|
|
περιστατικό incident, occurrence, case événement, évènement, incident, fait حدث عرضي, حدوث příhoda, výskyt forekomst, hændelse Ereignis, Vorfall incidencia, incidente tapaus incident, zbivanje avvenimento, incidente 出来事 발생, 사건 incident, voorval hendelse, tilfelle incydent, występowanie incidente, ocorrência происшествие, случай händelse, incident เหตุการณ์ที่เกิดขึ้น, เหตุการณ์ที่บังเกิดขึ้น olay chuyện xảy ra, sự việc 事件, 发生 инцидент 事件
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|