| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.779.299 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
περμανάντ |
0,03 sec. |
|
|
περμανάντ permanent Perm Perm perm Perm Perm Пермь Perm Perm Perm Perm Perm
ουσ θ άκλ περμανάντ [perma'nand] τεχνική που σγουραίνει τα μαλλιά permanente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|