| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.932.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
περνάω |
0,03 sec. |
|
περνάω يجتاز složit zkoušku bestå bestehen pass aprobar läpäistä réussir položiti superare 合格する 합격하다 slagen bestå zdać egzamin passar сдать (экзамен) bli godkänd สอบผ่าน สอบไล่ได้ geçmek thi đỗ 考试及格 ρ αμετβ περνάω 1 πηγαίνω από ένα μέρος σε άλλο passer 4 πετυχαίνω être couronné de succès 7 θέτω σε ισχύ passer 9 θεωρούμαι passer pour περνάω για έξυπνος passer pour qqn d'intelligent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|