| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.781.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πετάω |
0,02 sec. |
|
|
πετάω
ραμετβ πετάω, πετώ [pe'tao, pe'to] μεσοπαθ ρ πετάγομαι, πετιέμαι [pe'taɣome, pe'tçeme] 2 εμφανίζομαι ξαφνικά se précipiter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|