| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.782.518 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πετρελαιοπηγή |
0,01 sec. |
|
|
πετρελαιοπηγή بئر بترول ropný vrt oliekilde Ölquelle oil well pozo petrolero öljylähde puits de pétrole izvor nafte pozzo di petrolio 油井戸 유정 oliebron oljebrønn szyb naftowy poço petrolífero нефтяная скважина oljekälla บ่อน้ำมัน petrol kuyusu giếng dầu 油井
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|