| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.782.698 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πετσέτα |
0,01 sec. |
|
|
πετσέτα napkin, towel serviette منشفة ručník håndklæde Handtuch toalla pyyhe ručnik asciugamano タオル 타월 handdoek håndkle ręcznik toalha полотенце handduk ผ้าขนหนู havlu khăn lau 毛巾 кърпа 毛巾 מגבת
ουσ θ πετσέτα [pe'tseta] 1 κομμάτι χνουδωτό ύφασμα για το σκούπισμα μετά το μπάνιο serviette; essuie-main πετσέτα για το μπάνιο une serviette de toilette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|