Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.782.698 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πετσέτα

0,01 sec.
πετσέτα napkin, towel serviette منشفة ručník håndklæde Handtuch toalla pyyhe ručnik asciugamano タオル 타월 handdoek håndkle ręcznik toalha полотенце handduk ผ้าขนหนู havlu khăn lau 毛巾 кърпа 毛巾 מגבת
ουσ θ πετσέτα [pe'tseta]
1 κομμάτι χνουδωτό ύφασμα για το σκούπισμα μετά το μπάνιο serviette; essuie-main
πετσέτα για το μπάνιο une serviette de toilette
2 η χαρτοπετσέτα serviette (de table)
§§§§Δεν έχει πετσέτες στο τραπέζι. Il n'y a pas de serviettes sur la table.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.