| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.282.279 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πετσοκόβω |
0,10 sec. |
|
πετσοκόβω slash, cut up يطعن بالسكين rozkrájet skære op zerschneiden cortar en pedazos pilkkoa découper izrezati tagliare a pezzetti 切り分ける 잘게 자르다 in stukken snijden skjære opp pokroić cortar em pedaços разрезать uppröra ตัดเป็นชิ้นๆ makaslamak cắt ra từng mảnh 切碎 ρ μετβ πετσοκόβω [petso'kovo] κόβω σε κομμάτια mettre en piècesdéchiqueter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|