Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.962.413 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πετυχαίνω

0,02 sec.
πετυχαίνω succeed réussir ينجح uspět lykkes erfolgreich sein conseguir onnistua uspjeti riuscire 成功する 성공하다 slagen lykkes nastąpić conseguir, suceder a преуспевать lyckas ประสบความสำเร็จ başarmak thành công 成功
ρ μετβ πετυχαίνω [peti'çeno]
1 σημαδεύω καλά toucherréussir
πετυχαίνω το στόχο toucher la cible
πετυχαίνω γκολ réussir un but
2 συναντάω rencontrer (par hasard)
£££Τoν πέτυχα στο δρόμο. Je l'ai rencontré dans la rue.
ρ αμετβ πετυχαίνω
1 έχω επιτυχία être réussi/-iemarcher
Η πρώτη φάση του σχεδίου πέτυχε. La première phase du plan a été réussie.
2 τα καταφέρνω réussir
πετυχαίνω στις εξετάσεις réussir aux examens


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.