| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.760.852.243 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πηγαίνω |
0,02 sec. |
|
πηγαίνω jít fare, gå fahren, gehen drive, fare, go, ride, travel, wend encontrarse, ir ajaa, mennä, voida aller जाना elmegy, érez, megy, utazik andare, camminare 行く gaan, lopen, rijden, varen, verlopen gå, kjøre, dra iść, jechać, pojechać, pójść andar, caminhar, estar, ir, passar, rodar, viajar merge ехать, идти, поехать, пойти, двигаться åka, fara, gå gitmek يَذهَب ići 가다 ไป เคลื่อนไป ออกไป đi 走 ραμετβ πηγαίνω, πάω [pi'ʝeno, 'pao] 5 εξαφανίζομαι disparaître Πάνε τα χρήματα! L'argent s'est envolé ! 7 (για ρολόι) λειτουργώ marcherfonctionner πάω πίσω/μπροστά (για ρολόι) προχωράω ή καθυστερώ retarder/avancer Πήγαινε! άντε, φύγε Va-t-en ! μετβ ρ πηγαίνω 2 συνοδεύω, οδηγώ conduireaccompagner πηγαίνω κπ στο σπίτι του conduire qqn chez lui Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|