| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.900.240 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πηδάλιο |
0,04 sec. |
|
πηδάλιο rudder, helm gouvernail ουσ ουδ πηδάλιο [pi'ðalio] τιμόνι πλοίου ή αεροπλάνου gouvernail; guidon Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|