| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.597.240 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πηδάω |
0,01 sec. |
|
πηδάω ρμετβ πηδάω, πηδώ [pi'ðao, pi'ðo] 1 περνάω πάνω από sauter πηδάω το φράχτη sauter par-dessus la haie 2 ξεχνάω sauter πηδάω γραμμή sauter une ligne ρ αμετβ πηδάω 1 δίνω ένα πήδημα faire un saut 2 χοροπηδάω sauter πηδάω απ' τη χαρά μου sauter de joie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|