| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.472.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πιάνω |
0,02 sec. |
|
πιάνω erfassen, fangen catch, clutch, grasp, grip, nab يمسك chytit gribe pillar saada kiinni attraper uhvatiti prendere つかまえる ...을 잡다 vangen få tak i złapać apanhar, pegar ловить fånga จับได้ ฉวยจับ yakalamak bắt 抓住 ρ μετβ πιάνω ['pçano] 4 μαγκώνω coincercaler πιάνω το χέρι μου κάπου s'accrocher la main quelque part 10 ξεσπάω prendre πιάνω φωτιά prendre feu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|