Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.900.357 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πιέζω

0,01 sec.
πιέζω drücken press, pressure, push, squeeze appuyer, presser, pousser premere يَضغط stisknout presse apretar painaa tiskati 押す 누르다 persen presse nacisnąć comprimir давить pressa การกดดัน bastırmak ép 压榨
ρ μετβ πιέζω [pi'ezo]
1 πατάω (Ici) on a pied.
πιέζω κουμπίσκανδάλη appuyer sur le bouton/sur la détente
2 ζουλάω écraser
πιέζω ένα σπυράκι écraser un bouton
3 βαραίνω peser
Το μυστικό του με πιέζει. Son secret me pèse lourd.£££
4 υποχρεώνω forcer
Μη με πιέζεις να το κάνω. Ne me force pas à le faire.
ρ μεσοπαθ πιέζομαι [pi'ezome]
1 καταβάλλω προσπάθεια essayer des'efforcer de
Πιέστηκα να μην του απαντήσω. Je me suis retenu de lui répondre.
2 βιάζομαι se presser
Πιέζομαι, δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα. Je suis pressé, je ne peux pas te parler maintenant.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.