| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.794.798 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πιεστικός |
0,01 sec. |
|
|
πιεστικός coercive
επίθ α / θ / ουδ πιεστικός, πιεστική, πιεστικό [piesti'kos, piesti'ci, piesti'ko] που ασκεί πίεση contraignant/-anteoppressif/-ive πιεστική δουλειά un travail contraignant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|