| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.344.308 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πιεστικός |
0,01 sec. |
|
πιεστικός coercive επίθ α / θ / ουδ πιεστικός, πιεστική, πιεστικό [piesti'kos, piesti'ci, piesti'ko] που ασκεί πίεση contraignant/-anteoppressif/-ive πιεστική δουλειά un travail contraignant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|