| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.144.646 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πινέζα |
0,01 sec. |
|
πινέζα دبوس تثبيت اللوائح, مسمار صغير يدفع بالإبهام připínáček tegnestift Heftzwecke, Reißzwecke drawing pin, tack, thumb tack, thumbtack chinche, chincheta nasta punaise risaći čavlić puntina, puntina da disegno 画鋲 압정, 압핀 duimnagel, punaise tegnestift pinezka pionés, tachinha, tachinha para papel канцелярская кнопка, чертежная кнопка häftstift เข็มหมุด, เข็มหัวใหญ่ raptiye đinh bấm, đinh ghim 图钉 ουσ θ πινέζα [pi'neza] είδος καρφιού που στερεώνει ελαφρά αντικείμενα punaise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|