| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.107.356 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πινέλο |
0,01 sec. |
|
πινέλο paintbrush, brush فرشاة الدهان malířský štětec malerpensel Pinsel pincel sivellin pinceau kist pennello 絵筆 그림붓 verfkwast malekost pędzel do malowania pincel кисть pensel แปรงทาสี boya fırçası bút vẽ 漆刷 ουσ ουδ πινέλο [pi'nelo] εργαλείο ζωγραφικής και βαφής pinceau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|