| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.633.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πιρούνι |
0,01 sec. |
|
πιρούνι شوكة طعام vidlička gaffel Gabel fork tenedor haarukka fourchette vilica forchetta フォーク 포크 vork gaffel widelec garfo вилка gaffel ส้อมทานอาหาร çatal dĩa 叉 ουσ ουδ πιρούνι [pi'runi] αντικείμενο με το οποίο καρφώνουμε κομμάτια φαγητού fourchetteEίναι γερό πιρούνι! για κπ που τρώει πολύ Il a un bon coup de fourchette !£££ Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|