| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.798.025 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πιρόγα |
0,01 sec. |
|
|
πιρόγα
ουσ θ πιρόγα [pi'roɣa] μακρόστενη βάρκα που κινείται μόνο με κουπιά pirogue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|