| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.087.323 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πισίνα |
0,01 sec. |
|
πισίνα swimming pool, pool piscine, bassin حمام سباحة, حَوْض bazén, plavecký bazén swimmingpool, vandhul Schwimmbecken, Teich charca, charco, piscina allas, uima-allas bazen piscina スイミングプール, プール 수영장, 웅덩이 zwembad basseng, svømmebasseng basen, pływalnia piscina, poça бассейн bassäng, simbassäng สระน้ำ, สระว่ายน้ำ havuz, yüzme havuzu bể, bể bơi 游泳池 ουσ θ πισίνα [pi'sina] μεγάλη δεξαμενή νερού για κολύμπι piscine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|