Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.802.994 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πιστεύω

0,01 sec.
πιστεύω believe, creed kredi creer croire credere يُؤْمِن, يُصدِّق uvěřit tro glauben uskoa držati, vjerovati 信じる, 信仰する ...을 믿다, 믿다 geloven tro uwierzyć acreditar, crer верить tro เชื่อ, เลื่อมใส ศรัทธา inandırmak, inanmak tin, tin tưởng 相信, 笃信宗教
ρ μετβ πιστεύω [pi'stevo]
θεωρώ ότι αυτό που ακούω είναι αλήθεια croire
Μην τον πιστεύεις, λέει ψέματα Ne le crois pas, il ment.
ρ αμετβ πιστεύω
1 νομίζω croirepenser
Πιστεύω πως δουλέψαμε σωστά. Je crois que nous avons travaillé correctement.
2 έχω πίστη croire
πιστεύω στο διάλογο croire au dialogue
ουσ ουδ πιστεύω πεποιθήσεις credo; croyance


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.