| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.673.386 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πιστεύω |
0,01 sec. |
|
πιστεύω believe, creed kredi creer croire credere يُؤْمِن, يُصدِّق uvěřit tro glauben uskoa držati, vjerovati 信じる, 信仰する ...을 믿다, 믿다 geloven tro uwierzyć acreditar, crer верить tro เชื่อ, เลื่อมใส ศรัทธา inandırmak, inanmak tin, tin tưởng 相信, 笃信宗教 ρ μετβ πιστεύω [pi'stevo] ρ αμετβ πιστεύω 1 νομίζω croirepenser Πιστεύω πως δουλέψαμε σωστά. Je crois que nous avons travaillé correctement. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|