Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.765.209.433 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πλάκα

0,04 sec.
πλάκα bar, flagstone, slab, fun, plaque, plate, slate dalle, plaque قِلادة pamětní deska mindeplade Gedenktafel placa laatta plaketa placca 記念銘板 현판 plaag plakett plakietka placa comemorativa декоративный диск skylt แผ่นเหล็กหรือหินสลัก plaket tấm biển 匾额
ουσ θ πλάκα ['plaka]
1 λεπτό κεραμικό ή μαρμάρινο κομμάτι για το δάπεδο plaque; dalle
Στρώσαμε την αυλή με πλάκες. Dans la cour nous avons mis des dalles.
2 λείος, λεπτός plat, plate
Είναι πλάκα η κοιλιά σου. Ton ventre est tout plat.
κάνω πλάκα σε κπ
τον κοροϊδεύω faire marcher qqn
έχω πλάκα
είμαι πολύ αστείος être drôle
σπάω πλάκα
γελάω, διασκεδάζω (bien) rigoler


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.