| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.765.209.433 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλάκα |
0,04 sec. |
|
πλάκα bar, flagstone, slab, fun, plaque, plate, slate dalle, plaque قِلادة pamětní deska mindeplade Gedenktafel placa laatta plaketa placca 記念銘板 현판 plaag plakett plakietka placa comemorativa декоративный диск skylt แผ่นเหล็กหรือหินสลัก plaket tấm biển 匾额 ουσ θ πλάκα ['plaka] κάνω πλάκα σε κπ τον κοροϊδεύω faire marcher qqn σπάω πλάκα γελάω, διασκεδάζω (bien) rigoler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|