| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.843.131 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλάστης |
0,01 sec. |
|
πλάστης نَشّابة váleček kagerulle Nudelholz rolling pin rodillo pastelero kaulin rouleau à pâtisserie valjak mattarello 麺棒 밀방망이 deegroller kjevle wałek do ciasta rolo da massa, rolo de pastel скалка brödkavel ไม้นวดแป้ง oklava trục cán 擀面棍 ουσ α πλάστης ['plastis] εργαλείο κουζίνας για το άνοιγμα ζύμης rouleau (à pâtisserie) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|