| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.212.127 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλάτη |
0,02 sec. |
|
πλάτη esquena Rücken back dorso, espalda selkä dos hát dorso, schiena 背, 背中 rug costas, dorso спина back, rygg ظَهر záda ryg leđa 등 rygg plecy หลัง ส่วนหลัง sırt lưng 后背 ουσ θ πλάτη ['plati] 1 το πίσω μέρος του ανθρώπινου κορμού dos κουβαλάω κτ στην πλάτη porter qqch sur le dos 2 το μέρος καθίσματος όπου ακουμπάμε την πλάτη μας dossier γυρίζω την πλάτη σε κπ τον αγνοώ tourner le dos à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|