| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.807.193 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πλέκω |
0,01 sec. |
|
|
πλέκω tricoter braid, knit يَعْقِد uplést strikke stricken hacer punto, tejer neuloa plesti lavorare a maglia 編む ...을 뜨다 breien strikke robić na drutach tricotar вязать sticka ถัก örmek đan 编织
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|