| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.652.918 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλέκω |
0,02 sec. |
|
πλέκω tricoter braid, knit يَعْقِد uplést strikke stricken hacer punto, tejer neuloa plesti lavorare a maglia 編む ...을 뜨다 breien strikke robić na drutach tricotar вязать sticka ถัก örmek đan 编织 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|