| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.145.670 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλέον |
0,02 sec. |
|
πλέον more, most بدرجة أكبر více mere mehr más lisää plus više di più さらに多く 더 많이 meer mer bardziej mais больше mer บ่อยขึ้น daha hơn 更多 επίρρ πλέον ['pleon] 1 πιο, περισσότερο plus η πλέον έξυπνη κίνηση le geste le plus intelligent 2 πια, ήδη maintenant Ήρθε πλέον η ώρα. Le moment est maintenant venu. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|