| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.006.833 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλήθος |
0,02 sec. |
|
πλήθος число Zahl, Menge number, crowd, horde, multitude, throng, host número, gran cantidad, muchedumbre kasa, luku, joukko, väkijoukko מספר angka 数, 多数, 群集 수, 군중, 다수 aantal, massa, menigte tall, mengde liczba, chmara, tłum número, multidão număr число, масса, толпа حشد, حَشْد dav, spousta folkemængde, vrimmel foule, multitude gomila, mnoštvo folla, moltitudine folkmassa, massa จำนวนมาก, ฝูงชน kalabalık đám đông, nhiều 人群, 许多 ουσ ουδ πλήθος ['pliθos] 1 πολύς κόσμος beaucoup de monde 2 μεγάλος αριθμός από κτ beaucoup de πλήθος πελατών une foule de clients Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|