Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.789.953 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πλήρους απασχόλησης

0,04 sec.
πλήρους απασχόλησης دوام كامل
πλήρους απασχόλησης na plný úvazek
πλήρους απασχόλησης fuldtids-
πλήρους απασχόλησης ganztags
πλήρους απασχόλησης full-time
πλήρους απασχόλησης de jornada completa, de tiempo completo
πλήρους απασχόλησης kokopäiväinen
πλήρους απασχόλησης à plein temps
πλήρους απασχόλησης stalni
πλήρους απασχόλησης tempo pieno
πλήρους απασχόλησης フルタイムの
πλήρους απασχόλησης 전임의
πλήρους απασχόλησης fulltime
πλήρους απασχόλησης heltids-
πλήρους απασχόλησης pełnoetatowy
πλήρους απασχόλησης a tempo inteiro, em período integral
πλήρους απασχόλησης занимающий полный рабочий день
πλήρους απασχόλησης heltids-
πλήρους απασχόλησης ซึ่งเต็มเวลา
πλήρους απασχόλησης tam gün
πλήρους απασχόλησης chuyên trách
πλήρους απασχόλησης 全部时间的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.