| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.716.773 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλήρωμα |
0,02 sec. |
|
πλήρωμα crew, payment طاقم posádka besætning Besatzung tripulación miehistö équipage posada equipaggio 乗組員 승무원 bemanning mannskap załoga tripulação команда besättning ลูกเรือ tayfa thuỷ thủ đoàn 全体人员 ουσ ουδ πλήρωμα ['pliroma] το προσωπικό αεροπλάνου ή πλοίου équipage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|