| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.131.665 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλακώνω |
0,42 sec. |
|
πλακώνω ρ μετβ πλακώνω [pla'kono] 3 δέρνω taper ρ μεσοπαθ πλακώνομαι [pla'konome] πλακώνομαι στο ξύλο με κπ χτυπάμε ο ένας τον άλλον en venir aux mains Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|