Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.653.940 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πλαστική σακούλα

0,02 sec.
πλαστική σακούλα كيس بلاستيكي
πλαστική σακούλα igelitový sáček
πλαστική σακούλα plastikpose
πλαστική σακούλα Plastiktüte
πλαστική σακούλα plastic bag
πλαστική σακούλα bolsa de plástico
πλαστική σακούλα muovipussi
πλαστική σακούλα sac plastique
πλαστική σακούλα plastična vrećica
πλαστική σακούλα sacchetto di plastica
πλαστική σακούλα ビニール袋
πλαστική σακούλα 비닐봉지
πλαστική σακούλα plastic tas
πλαστική σακούλα plastpose
πλαστική σακούλα torebka plastikowa
πλαστική σακούλα saco de plástico, sacola de plástico
πλαστική σακούλα полиэтиленовый пакет
πλαστική σακούλα plastpåse
πλαστική σακούλα ถุงพลาสติก
πλαστική σακούλα naylon torba
πλαστική σακούλα túi ni lông
πλαστική σακούλα 塑料袋


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.