| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.816.588 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πλαστικός |
0,01 sec. |
|
|
πλαστικός plastique plastic بلاستيكي umělohmotný uægte aus Plastik de plástico muovi- plastičan plastico プラスチックの 플라스틱의 plastic plast- plastikowy de plástico, plástico пластмассовый plast ซึ่งทำด้วยพลาสติก plastik bằng nhựa 塑料的, 塑料 пластмаса פלסטיק
επίθ α / θ / ουδ πλαστικός, πλαστική, πλαστικό [plasti'kos, plasti'ci, plasti'ko] 2 σχετικός με έργο τέχνης plastique οι πλαστικές τέχνες les arts plastiques ουσ ουδ πλαστικό εύπλαστη ύλη plastique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|