| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.817.861 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλατφόρμα |
0,04 sec. |
|
πλατφόρμα platform plateforme, plate-forme منصة pódium platform Plattform plataforma asemalaituri platforma piattaforma 演壇 플랫폼 platform plattform platforma plataforma платформа plattform เวทีที่ยกพื้น platform bệ 平台 ουσ θ πλατφόρμα [plat'forma] η αποβάθρα σε σταθμό τρένων plateforme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|