Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.651.054 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πλείστος

0,02 sec.
πλείστος أقصى, مُعظَم
πλείστος nejvíc, nejvíce
πλείστος de fleste, flest
πλείστος das meiste, die meisten
πλείστος most
πλείστος la mayor parte de, la mayoría
πλείστος useimmat
πλείστος le plus, plupart
πλείστος većina
πλείστος gran parte, il più
πλείστος 最も多い, 最多数
πλείστος 가장 많은, 최대량
πλείστος meest
πλείστος flest, mest
πλείστος najwięcej, największy
πλείστος a maioria, a maioria de
πλείστος flest, mest
πλείστος จำนวนมากที่สุด, มากที่สุด
πλείστος çok, en çok
πλείστος hầu hết
πλείστος 大多数, 最多的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.