| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.824.844 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πλειοψηφία |
0,01 sec. |
|
|
πλειοψηφία Stimmenmehrheit, Mehrheit majority plimulto majorité الأغلبية většina flertal mayoría enemmistö većina maggioranza 大部分 대다수 meerderheid flertall większość maioria большинство majoritet ส่วนใหญ่ büyük çoğunluk phần lớn 多数 мнозинство הרוב
ουσ θ πλειοψηφία [pliopsi'fia] σε ψηφοφορία, η μεγαλύτερη ομάδα που έχει ψηφίσει το ίδιο πράγμα majorité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|