| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.324.872 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλειοψηφία |
0,02 sec. |
|
πλειοψηφία Stimmenmehrheit, Mehrheit majority plimulto majorité الأغلبية většina flertal mayoría enemmistö većina maggioranza 大部分 대다수 meerderheid flertall większość maioria большинство majoritet ส่วนใหญ่ büyük çoğunluk phần lớn 多数 ουσ θ πλειοψηφία [pliopsi'fia] σε ψηφοφορία, η μεγαλύτερη ομάδα που έχει ψηφίσει το ίδιο πράγμα majorité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|