| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.084.233 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλεονασμός |
0,02 sec. |
|
πλεονασμός pléonasme, licenciement Pleonasmus, Entlassung إسهاب nadbytečnost afskedigelse redundancy despido irtisanominen gubitak posla zbog suvišnosti esubero 余剰人員の解雇 해고 overtolligheid arbeidsledighet redukcja etatu despedimento, redundância избыточность friställning การให้ออกจากงาน işten çıkarma tình trạng dư thừa 冗余 ουσ α πλεονασμός [pleona'zmos] περιττό στοιχείο pléonasme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|