| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.696.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλεοναστικός |
0,02 sec. |
|
πλεοναστικός επίθ α / θ / ουδ πλεοναστικός, πλεοναστική, πλεοναστικό [pleonasti'kos, pleonasti'ci, pleonasti'ko] περιττός pléonastique πλεοναστικό σχόλιο un commentaire pléonastique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|