| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.378.285 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλεονεκτικός |
0,06 sec. |
|
πλεονεκτικός vantajoso advantageous επίθ α / θ / ουδ πλεονεκτικός, πλεονεκτική, πλεονεκτικό [pleonekti'kos, pleonekti'ci, peonekti'ko] που παρουσιάζει κπ πλεονέκτημα avantageux/-euse είμαι σε πλεονεκτική θέση se trouver en position avantageuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|