| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.692.834 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλευρά |
0,02 sec. |
|
πλευρά rib, side, aspect côté, aspect جانب, ناحية aspekt, strana aspekt, side Aspekt, Seite aspecto, lado näkökulma, reuna aspekt, strana aspetto, lato 側, 局面 측면 aspect, zijde aspekt, side aspekt, strona aspecto, lado аспект, сторона aspekt, sida ด้าน, มุมมอง bakış açısı, taraf cạnh, khía cạnh 侧, 方面 ουσ θ πλευρά [ple'vra] 1 μεριά côté; aile η δυτική πλευρά κτιρίου l'aile ouest du bâtiment 2 κάθε γραμμή σε γεωμετρικό σχήμα côté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|