| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.599.190 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πληγωμένος |
0,01 sec. |
|
πληγωμένος مستاء zraněný såret verletzt hurt herido loukkaantunut blessé povrijeđen ferito 傷ついた 상처 입은 gekwetst skadet zraniony machucado, magoado пострадавший sårad ทำให้บาดเจ็บ incinmiş đau đớn 受伤害的 επίθ α / θ / ουδ πληγωμένος, πληγωμένη, πληγωμένο [pliɣo'menos, pliɣo'meni, pliɣo'meno] 1 που έχει τραυματιστεί blessé/-ée Είναι βαριά πληγωμένος. Il est grièvement blessé. 2 που έχει πληγωθεί ψυχικά blessé/-éetraumatisé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|