| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.524.424 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πληγώνω |
0,04 sec. |
|
πληγώνω blesser wound, hurt يؤذى, يجرح zranit såre, skade verletzen hacer daño, herir haavoittaa, satuttaa povrijediti, raniti ferire 傷つける (...을) 다치게 하다, 상처를 입히다 pijn doen, verwonden såre, skade zranić ferir, machucar, magoar причинять боль, ранить göra illa, såra บาดเจ็บ incitmek, yaralamak gây tổn thương, làm đau 伤害, 击伤 ρ μετβ πληγώνω [pli'ɣono] 1 δημιουργώ τραύμα σε κπ blesser Τον πλήγωσε κατά λάθος. Il l'a blessé sans faire exprès. ρ μεσοπαθ πληγώνομαι [pli'ɣonome] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|