Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.692.182 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πληγώνω

0,04 sec.
πληγώνω blesser wound, hurt يؤذى, يجرح zranit såre, skade verletzen hacer daño, herir haavoittaa, satuttaa povrijediti, raniti ferire 傷つける (...을) 다치게 하다, 상처를 입히다 pijn doen, verwonden såre, skade zranić ferir, machucar, magoar причинять боль, ранить göra illa, såra บาดเจ็บ incitmek, yaralamak gây tổn thương, làm đau 伤害, 击伤
ρ μετβ πληγώνω [pli'ɣono]
1 δημιουργώ τραύμα σε κπ blesser
Τον πλήγωσε κατά λάθος. Il l'a blessé sans faire exprès.
2 πικραίνω blessertraumatiser
Αυτή η αποτυχία τον πλήγωσε. Il a été blessé par cet échec.
3 προσβάλλω blesser
Ο τόνος του την πλήγωσε. Son ton l'a blessée.
ρ μεσοπαθ πληγώνομαι [pli'ɣonome]


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.