| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.662.061 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πληθυντικός |
0,01 sec. |
|
|
πληθυντικός Mehrzahl, Plural plural pluriel pluralis meervoud, meervoudsvorm liczba mnoga جمع množné číslo flertalsform plural monikko množina plurale 複数 복수 flertallsform plural множественное число plural พหูพจน์ çoğul số nhiều 复数 複數
ουσ α πληθυντικός [pliθindi'kos] ένας από τους δύο γραμματικούς αριθμούς pluriel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|