| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.746.206 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πληθωρισμός |
0,02 sec. |
|
πληθωρισμός Inflation inflation inflacio inflación inflatsioon inflation אינפלציה インフレ infláció inflasi inflazione infliacija inflatie inflasjon inflacja inflação Инфляция, надувание enflasyon Инфлација 通货膨胀 تَضَخُّم nafouknutí inflation inflaatio inflacija インフレーション 인플레이션 inflation ภาวะเงินเฟ้อ lạm phát ουσ α πληθωρισμός [pliθori'zmos] η αύξηση του κόστους ζωής inflation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|