Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.526.435 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

πλημμυρίζω

0,04 sec.
πλημμυρίζω flood, inundate يَغْمُر, يَفْيض zaplavit blive oversvømmet, oversvømme überlaufen, überschwemmen desbordarse, inundar tulvia inonder nabujati, poplaviti inondare, straripare 氾濫させる, 氾濫する (...을) 범람시키다, 범람하다 overstromen, stromen oversvømme zalać, zostać zalanym extravasar, inundar затоплять, нахлынуть översvämma, svämma över ไหลบ่า ไหลล้น, ท่วม su baskınına uğramak, su basmak ngập, tràn ngập 淹没
ρ αμετβ πλημμυρίζω [plimi'rizo]
1 (για ποτάμι) ανεβαίνει η στάθμη του νερού déborder
Το ποτάμι πλημμύρισε. Le fleuve a débordé.
2 γεμίζω νερό être inondé/-ée
Το υπόγειο πλημμύρισε. La cave est inondée.
3 γεμίζω charger
Το θέατρο πλημμύρισε από κόσμο. Le théâtre est bondé de monde.
ρ μετβ πλημμυρίζω
γεμίζω charger
Μπαλόνια πλημμύρισαν την αυλή. La cour a été remplie de ballons.
Ένα αίσθημα χαράς με πλημμύρισε. Une très grande joie m'a envahi.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.