| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.526.435 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλημμυρίζω |
0,04 sec. |
|
πλημμυρίζω flood, inundate يَغْمُر, يَفْيض zaplavit blive oversvømmet, oversvømme überlaufen, überschwemmen desbordarse, inundar tulvia inonder nabujati, poplaviti inondare, straripare 氾濫させる, 氾濫する (...을) 범람시키다, 범람하다 overstromen, stromen oversvømme zalać, zostać zalanym extravasar, inundar затоплять, нахлынуть översvämma, svämma över ไหลบ่า ไหลล้น, ท่วม su baskınına uğramak, su basmak ngập, tràn ngập 淹没 ρ αμετβ πλημμυρίζω [plimi'rizo] 2 γεμίζω νερό être inondé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|