| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.258.377 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλημμύρα |
0,01 sec. |
|
πλημμύρα Überschwemmung, Flut flood, avalanche inondation שיטפון powódź poplava повінь طوفان povodeň oversvømmelse inundación tulva poplava inondazione 洪水 홍수 vloed oversvømmelse cheia, enchente потоп översvämning น้ำท่วม sel lũ lụt 洪水 ουσ θ πλημμύρα [pli'mira] η κάλυψη χώρου με νερό inondation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|