| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.021.327 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πληροφορώ |
0,01 sec. |
|
πληροφορώ inform, acquaint, impart informer, renseigner يُبْلغ عن informovat informere informieren informar tiedottaa obavijestiti informare 知らせる 알리다 informeren informere poinformować informar информировать upplysa แจ้งให้ทราบ bilgi vermek thông báo 告知 ρ μετβ πληροφορώ [plirofo'ro] ρ μεσοπαθ πληροφορούμαι [plirofo'rume] 1 παίρνω πληροφορίες se renseigner 2 μαθαίνω être informé/-éeêtre au courant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|