| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.668.158 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
πληροφορώ |
0,01 sec. |
|
|
πληροφορώ inform, acquaint, impart informer, renseigner يُبْلغ عن informovat informere informieren informar, Info tiedottaa obavijestiti informare 知らせる 알리다 informeren informere poinformować informar, Info информировать upplysa แจ้งให้ทราบ bilgi vermek thông báo 告知, 信息
ρ μετβ πληροφορώ [plirofo'ro] ρ μεσοπαθ πληροφορούμαι [plirofo'rume] 1 παίρνω πληροφορίες se renseigner 2 μαθαίνω être informé/-éeêtre au courant Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|