| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.291.936 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλησιάζω |
0,02 sec. |
|
πλησιάζω approach, accost approcher, s'approcher يَقْتَرِب přiblížit (se) tilgang nähern (sich) aproximarse lähestyä pristupiti avvicinarsi 近づく 접근하다 naderen nærme (seg) zbliżyć się aproximar-se приближаться närma (sig) เข้าใกล้ yaklaşmak đến gần 接近 ρ μετβ πλησιάζω [plisi'azo] 2 προσεγγίζω s'approcher de πλησιάζω τα σαράντα s'approcher de la quarantaine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|