| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.432.142 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
πλοκάμι |
0,01 sec. |
|
πλοκάμι tentacle ουσ ουδ πλοκάμι [plo'kami] 1 καθένας από τους βραχίονες χταποδιού tentacule τα πλοκάμια του χταποδιού les tentacules de la pieuvre 2 δίχτυ, παγίδα tentacule πέφτω στα πλοκάμια της μαφίας tomber dans les tentacules de la mafia Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|